Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015


Το κλίμα πλαίσιο και η γεωμορφολογία της Νήσου Ρόδου

Το κλίμα της νήσου χαρακτηρίζεται ως εύκρατο μεσογειακό, με ήπιους και βροχερούς χειμώνες και ξηρά, όχι ιδιαίτερα ζεστά, καλοκαίρια. Η υγρή περίοδος διαρκεί από τον Οκτώβριο ως και το Μάϊο. Στη διάρκεια της ξηρής περιόδου οι βροχοπτώσεις είναι σπάνιες και τείνουν να σημειώνονται στην αρχή και το τέλος της. Οι χιονοπτώσεις είναι σπανιότατο φαινόμενο και εκδηλώνονται μόνο στις υψηλές τοπογραφικά ζώνες του όρους Αττάβυρος (μέγιστο υψόμετρο 1.215 m).

Η μέση ετήσια βροχόπτωση στη ΒΔ περιοχή της νήσου είναι 842 mm/έτος, στην κεντρική περιοχή 645 mm/έτος και στη νότια 530 mm/έτος. Οι ημέρες βροχής είναι κατά μέσο όρο 36 ημέρες/έτος. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 17,4 °C. Η μέγιστη μέση μηνιαία τιμή των 26,1 °C καταγράφεται τον Αύγουστο, ενώ η ελάχιστη των 9,7 °C το Φεβρουάριο. Η διάρκεια ηλιοφάνειας είναι κατά μέσο όρο 3006 ώρες/έτος. Η μέση ετήσια σχετική υγρασία του αέρα είναι 65% με μικρές μόνο διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του έτους. Συνήθως επικρατούν χαμηλής έντασης άνεμοι (7-18 km/ώρα).

Η ορεινή ραχοκοκαλιά της νήσου εκτείνεται σε διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ κατά μήκος της δυτικής ακτής. Στα ανατολικά της απλώνεται ένα πλούσιο λοφώδες ανάγλυφο με έντονο οριζόντιο και κατακόρυφο διαμελισμό, που καταλήγει σε εκτεταμένες κοιλάδες και κάμπους στα νότια και ανατολικά παράλια.


Δίκτυο μετεωρολογικών σταθμών Νήσου Ρόδου

Στην Εικόνα 1 παρουσιάζεται η γεωγραφική κατανομή των μετεωρολογικών σταθμών που εξετάστηκαν συγκριτικά για τη χρονική περίοδο 1985-1999. Όλα τα πρωτογενή στοιχεία ελήφθησαν από το Φαντίδη (1997), ενώ η στατιστική επεξεργασία και ερμηνεία από τους Χαντζής & Χιονίδη (2001).

.


Εικόνα 1: Γεωγραφική κατανομή των μετεωρολογικών σταθμών της Νήσου Ρόδου

Μελέτη μηνιαίων αρχείων βροχόπτωσης

Εξετάζοντας τους συντελεστές συσχέτισης μεταξύ των σταθμών παρατηρήθηκαν δύο ομάδες σταθμών με συντελεστή συσχέτισης πάνω από 0,70 μεταξύ τους, καθώς επίσης και μια ομάδα σταθμών που δε συσχετίζονται ικανοποιητικά με άλλους σταθμούς. 

Οι ομάδες αυτές αναλυτικότερα είναι:

Ομάδα σταθμών δυτικής Ρόδου
Τα δεδομένα των σταθμών στο δυτικό τμήμα της Ρόδου συσχετίζονται ικανοποιητικά μεταξύ τους. 
Πρόκειται για τους σταθμούς Απολακκιάς, Κατταβιάς, Λαέρμων, Έμπωνα και Σιανών. 
Στην προσπάθεια εξαγωγής βροχοβαθμίδας, οι σταθμοί των Σιανών και της Κατταβιάς δεν προσαρμόζονται ικανοποιητικά με τους υπόλοιπους. 
Οι υπόλοιποι τρεις σταθμοί παρουσιάζουν υψηλή γραμμική συσχέτιση (R2 =0,93). 
Η εποχιακή κατανομή των βροχοπτώσεων και οι μέσοι ετήσιοι όροι των παραπάνω σταθμών παρουσιάζεται στον Πίνακα 1.

Εποχή/Σταθμός
Απολακκιάς
Έμπωνα
Σιανών
Κατταβιάς
Λαέρμων
Χειμώνας
54,8%
53,5%
54,3%
55,5%
51,0%
Άνοιξη
17,5%
21,9%
21,8%
21,0%
18,2%
Θέρος
0,04%
0,0%
0,1%
0,0%
0,04%
Φθινόπωρο
27,7%
24,6%
23,8%
23,5%
30,7%
M.O. 1985-1999
489,8 mm
910,6 mm
551,7 mm
483,0 mm
669,8 mm

Πίνακας 1: Ποσοστά εποχιακής βροχόπτωσης επί του ετησίου συνόλου. Μέσοι όροι περιόδου 1985-1999. Στην τελευταία σειρά παρουσιάζονται οι ετήσιοι μέσοι όροι ύψους βροχής.

Εξετάζοντας το μέσο ετήσιο ύψος βροχής στους παραπάνω σταθμούς, παρατηρείται η έντονη διαφοροποίηση προς τα πάνω των τιμών του σταθμού στον Έμπωνα (υψόμετρο: 447 m). 
Η υψηλή τιμή βροχόπτωσης στο σταθμό αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι βρίσκεται στην προσήνεμη ΒΔ πλευρά του όρους Αττάβυρος (υψόμετρο 1.215 m), με αποτέλεσμα να λαμβάνει μεγάλο μέρος των μετωπικών και υφεσιακών χειμερινών βροχοπτώσεων, αυξημένο λόγω του ορογραφικού παράγοντα. 

Η επίδραση του τελευταίου γίνεται φανερή στη σύγκριση του μέσου ετήσιου ύψους βρoχής μεταξύ του Έμπωνα (910,6 mm) και των Σιανών (551,7 mm). 
Ο σταθμός των Σιανών βρίσκεται σε υψόμετρο 451 m (4 m υψηλότερα απ΄το σταθμό του Έμπωνα), στην ομβροσκιά όμως του όρους Ακραμίτης, με αποτέλεσμα να καταγράφει κατά μέσο όρο ετησίως 358,9 mm χαμηλότερο ύψος βροχής.

Η εποχιακή κατανομή της βροχόπτωσης είναι σχετικά ομοιόμορφη στους εξεταζόμενους σταθμούς. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο σταθμός των Λαέρμων που εμφανίζει χαμηλότερο ποσοστό χειμερινής βροχόπτωσης και υψηλότερο ποσοστό φθινοπωρινής σε σχέση με τους άλλους σταθμούς. 
Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στο ΝΑ προσανατολισμό του σταθμού ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα την επιρροή του από τη μεταφορά αερίων μαζών θαλασσινής προέλευσης από τα ΝΑ. 
Η μεταφορά αερίων μαζών από τη θάλασσα με αυξημένο φορτίο υδρατμών σε συνδυασμό με την υπερθέρμανση του εδάφους δημιουργεί καταιγίδες. 
Ευνοϊκές συνθήκες για την εκδήλωση του φαινομένου επικρατούν κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, γεγονός που δικαιολογεί το αυξημένο ποσοστό βροχόπτωσης που παρατηρείται τότε στο σταθμό των Λαέρμων.

Ομάδα σταθμών Βόρειας Ρόδου

Οι σταθμοί του βορείου τμήματος της νήσου παρουσιάζουν υψηλή συσχέτιση μεταξύ τους. Πρόκειται για τους σταθμούς της Υ.Ε.Β., Ε.Μ.Υ., Βάρης και Απόλλωνα. Στην προσπάθεια εξαγωγής βροχοβαθμίδας δεν προσαρμόζεται ικανοποιητικά με τους υπόλοιπους ο σταθμός της Υ.Ε.Β. Οι υπόλοιποι τρεις σταθμοί συσχετίζονται γραμμικά και λογαριθμικά με συντελεστές συσχέτισης 0,96 και 0,99 αντίστοιχα. 
Η εποχιακή κατανομή των βροχοπτώσεων στους παραπάνω σταθμούς παρουσιάζεται στον Πίνακα 2.


Εποχή/Σταθμός
Υ.Ε.Β.
Ε.Μ.Υ.
Βάρης
Απόλλωνα
Χειμώνας
52,05
52,85
54,96
54,00
Άνοιξη
17,85
21,31
21,38
20,31
Θέρος
0,54
0,17
0,00
0,06
Φθινόπωρο
29,55
25,66
23,66
25,63
M.O. 1985-1999
847,7 mm
637,3 mm
664,2 mm
747,5 mm

Πίνακας 2: Ποσοστά εποχιακής βροχόπτωσης επί του ετησίου συνόλου. Μέσοι όροι περιόδου 1985-1999. Στην τελευταία σειρά παρουσιάζονται οι ετήσιοι μέσοι όροι ύψους βροχής.

Εξετάζοντας το μέσο ετήσιο ύψος βροχής στους παραπάνω σταθμούς, παρατηρείται η έντονη διαφοροποίηση προς τα πάνω της τιμής του σταθμού της Υ.Ε.Β. Το υψηλό αυτό ύψος βροχής οφείλεται στη θέση του σταθμού στο ΒΑ ακρότατο της νήσου. Η θέση αυτή εξασφαλίζει το ότι ο σταθμός, όπως και η περιοχή, δέχεται σταθερά την επίδραση των χειμερινών μετώπων (τα οποία περνούν συνήθως βορειότερα από τη νήσο), αλλά και την επίδραση των θαλασσίων αερίων μαζών από τα ΝΑ, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στο υψηλότερο φθινοπωρινό ποσοστό βροχόπτωσης (29,55% του ετήσιου συνόλου).

Ομάδα σταθμών Ανατολικής Ρόδου
Πρόκειται για τους σταθμούς Αρχαγγέλου, Αφάντου και Καλάθου. Οι σταθμοί που βρίσκονται στην ανατολική ακτή της νήσου παρουσιάζουν μικρή γραμμική συσχέτιση, τόσο μεταξύ τους όσο και με τους άλλους σταθμούς. 
Το στοιχείο αυτό είναι ενδεικτικό της ανομοιομορφίας των μικροκλιματικών συνθηκών κάθε σταθμού, αλλά και της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει το καθεστώς βροχόπτωσης στα ανατολικά παράλια της νήσου. 
Η εποχιακή κατανομή των βροχοπτώσεων στους σταθμούς αυτούς παρουσιάζεται στον Πίνακα 3.

Εποχή/Σταθμός
Αρχαγγέλου
Αφάντου
Καλάθου
Χειμώνας
51,35
52,51
49,20
Άνοιξη
6,40
26,47
6,27
Θέρος
0,09
0,03
0,20
Φθινόπωρο
42,15
21,00
44,33
M.O. 1990-2000
708,2 mm
762,4 mm (1997-2000)
859,4 mm

Πίνακας 3: Ποσοστά εποχιακής βροχόπτωσης επί του ετησίου συνόλου. Μέσοι όροι περιόδου 1990-2000. Στην τελευταία σειρά παρουσιάζονται οι ετήσιοι μέσοι όροι ύψους βροχής.

Η ανομοιομορφία που χαρακτηρίζει το καθεστώς βροχόπτωσης στα ανατολικά παράλια οφείλεται στην επίδραση που αυτά δέχονται από τις φθινοπωρινές καταιγίδες, οι οποίες είναι τοπικής εμβέλειας, σε αντίθεση με τα χειμερινά μέτωπα που προκαλούν ποικίλης έντασης βροχοπτώσεις σε όλες τις περιοχές της νήσου τις οποίες σαρώνουν. 
Η έντονη επίδραση των καταιγίδων αυτών στα ανατολικά παραλία αντικατοπτρίζεται στα υψηλά ποσοστά φθινοπωρινής βροχόπτωσης που καταγράφουν αυτοί οι σταθμοί (40-44% του ετησίου συνόλου), σε αντίθεση με το 20-30% που παρατηρείται σε όλες τις άλλες περιοχές της νήσου. 
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η εποχιακή κατανομή εξετάστηκε συγκριτικά με τους άλλους σταθμούς για το κοινό διάστημα 1990-2000 και έδωσε ποσοστά παραπλήσια με αυτά που παρουσιάζονται στον Πίνακες της χρονικής περιόδου 1985-1999.

Μελέτη ημερησίων αρχείων βροχόπτωσης

Από την εξέταση των ημερησίων στοιχείων βροχόπτωσης των σταθμών προκύπτει ότι, για τους δυτικούς προσήνεμους σταθμούς ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση του ετησίου συνόλου βροχόπτωσης παίζει η συχνότητα των χειμερινών βροχοπτώσεων καθώς και το ύψος βροχής στη διάρκεια αυτών. 
Αυτές εμφανίζονται σε συνεχόμενες ημέρες βροχής που οφείλονται στη διέλευση μετώπων καιρού. 
Αντιθέτως στους ανατολικούς προσήνεμους σταθμούς βασικό ρόλο παίζουν οι φθινοπωρινές βροχοπτώσεις με μεγάλη ένταση που στην πλειοψηφία τους λαμβάνουν χώρα το μήνα Οκτώβριο. 
Οι φθινοπωρινές ημέρες βροχής συνήθως είναι μεμονωμένες και στη διάρκεια τους το ύψος βροχής πολλές φορές εγγίζει ακόμα και το μισό της συνολικής ετήσιας βροχόπτωσης. 
Αυτές οι ακραίες βροχοπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι οφείλονται σε καταιγίδες αεριών μαζών θερμικού αιτίου γένεσης. Ημερήσιες τιμές άνω των 100 mm που παρουσιάστηκαν σε συνεχείς ημέρες με καταγραφή βροχόπτωσης (χειμερινοί μήνες) μπορούν να θεωρηθούν ότι συνδέονται με τα μέτωπα καιρού και τον ορογραφικό παράγοντα.

Περιγραφή του καθεστώτος βροχόπτωσης της νήσου Ρόδου

Στην Εικόνα 2, παρουσιάζεται το διάγραμμα υψομέτρου – μέσου ετησίου όρου βροχόπτωσης των σταθμών της νήσου Ρόδου. 
Οι μέσοι ετήσιοι όροι έχουν υπολογιστεί για την περίοδο 1985-1999, εκτός από τους σταθμούς Καλάθου και Αρχαγγέλου που ενδεικτικά παρουσιάζονται οι μέσοι όροι της περιόδου 1990-2000.

Το μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας βροχόπτωσης στη νήσο προκαλείται από τη διέλευση των συστημάτων καιρού από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Λόγω της διεύθυνσης κίνησης τα συστήματα αυτά ψύχονται και εκφορτίζονται αδιαβατικά στις προσήνεμες δυτικές και ΒΔ πλαγιές του βασικού ορεινού άξονα της νήσου (σχηματίζεται από τα όρη Ακραμύτης, Αττάβυρος, Προφήτης Ηλίας και τη λοφοσειρά Κοπράνα, Κουτρούβελος, Λέπτοπας, Κουμούλι και Λούκα), δίνοντας μεγαλύτερο ύψος βροχής στο ΒΔ τμήμα της νήσου (σταθμός Έμπωνα), όπου επικρατεί και το εντονότερο ανάγλυφο. 
Ανατολικά και ΝΑ της ορεινής αλυσίδας, η περιοχή δηλαδή της κεντρικής Ρόδου (σταθμοί Απόλλωνα, Λαέρμων και Σιανών) βρίσκεται στην ομβροσκιά των μετωπικών συστημάτων με αποτέλεσμα να δέχεται χαμηλότερο ύψος βροχής από τη ΒΔ περιοχή.

 

Εικόνα 2: Διάγραμμα υψομέτρου – μέσου ετησίου όρου βροχόπτωσης (1985-1999) βροχομετρικών σταθμών της νήσου Ρόδου. (* μέσοι όροι περιόδου 1990-2000).

Το σύνηθες γεωγραφικό πλάτος διέλευσης των χειμερινών μετώπων είναι βορειότερα από τη νήσο, η οποία συνήθως σαρώνεται απ’ την ουρά τους. Η συχνότητα διέλευσης τους να είναι μεγαλύτερη στο βόρειο τμήμα απ’ ότι στο νότιο όπου παρατηρούνται τα χαμηλότερα ύψη βροχής (σταθμοί Απολακκιάς και Κατταβιάς).

Τα ανατολικά παράλια της νήσου και οι ανατολικές προσήνεμες περιοχές δέχονται την επίδραση αερίων μαζών θαλασσινής προέλευσης από τα ανατολικά και ΝΑ. Οι αέριες αυτές μάζες λόγω της προέλευσης τους είναι πλούσιες σε υδρατμούς με αποτέλεσμα κατά τη μεταφορά τους πάνω από τις ανατολικές προσήνεμες περιοχές να ψύχονται και να εκτονώνονται. Το σύστημα αυτό δίνει σημαντικό ύψος βροχής στα ανατολικά παράλια της νήσου (σταθμοί Υ.Ε.Β., Καλάθου, Αρχαγγέλου) αλλά και στις ανατολικές προσήνεμες περιοχές. Λόγω της τοπικής εμβέλειας των φαινομένων βροχόπτωσης αυτού του μηχανισμού το ύψος βροχής ανά περιοχή ποικίλει.

Ο συνδυασμός των γεωγραφικών παραγόντων με το γεωμορφολογικό ανάγλυφο της νήσου διαμορφώνει ένα περίπλοκο και ανομοιογενές καθεστώς βροχόπτωσης. Σε γενικές γραμμές το ύψος βροχής αυξάνεται με την αύξηση του υψομέτρου, αυξάνεται από το νότο προς το βορρά και αυξάνεται από τα κεντρικά τμήματα προς τα ΒΔ και τα ανατολικά παράλια.

Η διατύπωση μίας ικανοποιητικής βροχοβαθμίδας για το σύνολο της νήσου είναι αδύνατη, ενώ ακόμα και τοπικά όταν επιτυγχάνεται ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ σταθμών στερείται αξιοπιστίας (ποτέ πάνω από τρεις). Σημαντική συνεισφορά στη μελέτη του καθεστώτος βροχόπτωσης θα αποτελέσει η πύκνωση του δικτύου των μετεωρολογικών σταθμών, ιδιαίτερα στα Ανατολικά παράλια και την ΝΑ προσήνεμη ενδοχώρα, όπου αν και αναπτύσσονται οι μεγαλύτερες υδρολογικές λεκάνες και υδροφόροι διαθέτουμε τα λιγότερα στοιχεία.


Επιμέλεια έρευνας - άρθρου: Πέτρος Χαντζής (gw)

Αναφορές:

Φαντίδης, Θ., 1997. Ανάλυση μετεωρολογικών στοιχείων Νομού Δωδεκανήσου. Έκδοση Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος – Τμήμα Δωδεκανήσου, Ρόδος.

Χαντζής, Π., Χιονίδη, Μ., 2002. Μελέτη Επιφανειακού Ισοζυγίου των Υδρολογικών Λεκανών Κρητηνίας (Λ22), Έμπωνα (Λ23), Σαλάκου (Λ33). Πρόγραμμα: Μελέτη παρεμβάσεων για εξοικονόμηση νερού στη γεωγραφική περιοχή Σαλάκου – Έμπωνας – Κρητηνίας Ρόδου. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου.
Η μελέτη είχε δημοσιευθεί και στο meteoclub.gr

Κυκλώνας Ρόδου

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιο σας